Ο Miles Davis γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1926 στο Alton του Illinois, γόνος πλούσιας οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν χειρούργος οδοντίατρος και η μητέρα του δασκάλα μουσικής.  Στην παιδική του ηλικία η οικογένειά του μετακόμισε στο Ανατολικό St.Louis. Στα δώδεκα του χρόνια ενδιαφέρθηκε για την μουσική και άρχισε μαθήματα στην τρομπέτα. Ενώ ήταν στο γυμνάσιο σε ηλικία 16 ετών άρχισε να δίνει συναυλίες στα περίχωρα του St. Louis, στα 17 μπήκε στην ορχήστρα Eddie Randle’s Blue Devils ενώ το 1944 μόλις αποφοίτησε, γνώρισε τεράστια αναγνώριση όταν του επέτρεψαν να παίξει με την Billy Eckstine’s big band που έδινε παραστάσεις στο St. Louis. Μεταξύ άλλων η ορχήστρα συμπεριλάμβανε τον τρομπετίστα  Dizzy Gillespie και τον σαξοφωνίστα Charlie Parker που ήταν οι αρχιτέκτονες του στυλ bebop της Jazz.

Ο νεαρός Miles Davis επηρεάστηκε τόσο πολύ απ’ τους δύο αυτούς κολοσσούς της τζαζ και παρ΄ όλο που το στυλ του δεν έμοιαζε καθόλου με εκείνο των Gillespie και Parker, εκείνος αποφάσισε να τους ακολουθήσει στο bebop Ιδίωμα. Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1944  άρχισε να παρακολουθεί το Institute of Musical Art in New York City το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Juilliard. Άρχισε να παίζει μαζί με τον Parker σε clubs της Νέας Υόρκης και το 1945 παράτησε τις ακαδημαϊκές σπουδές του για να γίνει μουσικός της τζαζ full time. Αρχικά μπήκε στην μπάντα του Benny Carter και κατέγραψε τις πρώτες του ηχογραφήσεις του σαν μέλος της μπάντας. Το 1946-47 έπαιξε με τον Billie Eckstine και το 1947-48 έγινε μέλος της μπάντας του Charlie Parker. To 1947 έκανε και την πρώτη του ηχογράφηση σαν leader σε session που περιλάμβανε τους Charlie Parker στο σαξόφωνο, τον πιανίστα John Lewis, τον μπασίστα Nelson Boyd και τον drummer Max Roach. Ο Miles λοιπόν έγινε bandleader για μια και μόνο ηχογράφηση και τον περισσότερο χρόνο έπαιζε και ηχογραφούσε υπό τον Parker.

Όμως το καλοκαίρι του 1948 ηγήθηκε μιας εννεαμελούς ορχήστρας που εκτός απ’ την τρομπέτα του ίδιου περιλάμβανε ένα alto σαξόφωνο, ένα βαρύτονο σαξόφωνο, ένα τρομπόνι, ένα γαλλικό κόρνο και μία τούμπα. Το σχήμα αυτό με ενορχηστρώσεις απ’ τον Gil Evans έπαιξε για δύο εβδομάδες στο Royal Roost της Νέας Υόρκης, κέρδισε ένα συμβόλαιο με την Capitol Records και τον Ιανουάριο του 1949 μπήκαν στο στούντιο  και ηχογράφησαν 12 κομμάτια. Η ηχογράφηση δεν ενθουσίασε την Capitol  και έτσι το έβαλε στα ντουλάπια της για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά επηρέασε σίγουρα τους μουσικούς που μετείχαν και ήταν μεταξύ άλλων ο γεννημένος στην Δανία Αμερικανός τρομπονίστας Kai Winding, ο alto σαξοφωνίστας Lee Konitz,ο βαρύτονος σαξοφωνίστας Gerry Mulligan, ο πιανίστας John Lewis,ο τρομπονίστας J.J. Johnson και ο ντράμερ Kenny Clarke και την εξέλιξη της λεγόμενης Cool Jazz της Δυτικής Ακτής. Τελικά η Capitol έβαλε όλα τα κομμάτια σ’ ένα άλμπουμ και το κυκλοφόρησε το 1957 με τον τίτλο ‘The Birth of Cool’.

O Miles Davis υπήρξε σ’ όλη την διάρκεια της καριέρας του καινοτόμος σαν δημιουργός και έξοχος αλλά και ανυπότακτος τρομπετίστας, καθώς στο μεγαλύτερο μέρος της 50-χρονης πορείας του, ο τρόπος έπαιζε την τρομπέτα ήταν λυρικός και θα έλεγε κανείς ενδοσκοπικός ενώ πολλές φορές χρησιμοποιούσε σουρντίνα για να κάνει τον ήχο του ακόμη πιο ενδόμυχο και προσωπικό. Αυτό το στυλ παιξίματος μαζί με την σκεπτική σκηνική παρουσία του του χάρισαν το παρατσούκλι “Prince of Darkness”.

Κι όμως ο Miles Davis δεν χρειάστηκε πολύ για να υιοθετήσει την γεμάτη φλόγα Modal Jazz στα 60’ς  και να μεταπηδήσει στην ηλεκτρική funk και fusion μουσική στα 70’ς. Περισσότερο από κάθε άλλον στην ιστορία της τζαζ ο Miles Davis ήταν αυτός που καθόρισε την πορεία του είδους με ηχογραφήσεις που μεγάλωναν συνεχώς τα σύνορα της τζαζ, όπως το προαναφερθέν ‘Birth of Cool’ το αριστούργημα του 1959 ‘Kind Of Blue’ το ορχηστρικό των 60’ς ‘Sketches of Spain’ και το άλμπουμ ορόσημο της μουσικής fusion ‘Bitches Brew’.

Παρ’ όλο που ο ίδιος ο Davis ήταν στην πρωτοπορία της εξέλιξης της τζαζ δεν δίσταζε ως bandleader να έχει δίπλα του μουσικούς που και οι ίδιοι χάραζαν νέους δρόμους και κατευθύνσεις όπως για παράδειγμα οι «πεφωτισμένοι» John Coltrane, Herbie Hancock, Bill Evans, Wayne Shorter και Chick Corea.

Εκτός απ’ τα άλμπουμ για τα οποία είπαμε παραπάνω, υπάρχει μια σειρά από αριστουργηματικά άλμπουμ όπως το  ‘Round About Midnight’ του 1957 στην Columbia με τον John Coltrane στο σαξόφωνο, τον έξοχο Red Garland στο πιάνο, τον μπασίστα Paul Chamber και τον ντράμερ Philly Joe Jones που συνοδεύουν και πρωταγωνιστούν δίπλα στον Miles Davis.  Κατά την προσωπική μου άποψη εδώ υπάρχει μια απ’ τις καλύτερες αν όχι η καλύτερη εκτέλεση του αριστουργήματος του Thelonious Monk “’Round Midnight” με τους Miles Davis και John Coltrane σε απίστευτη φόρμα πραγματικά εκτοξεύουν με την εκτέλεσή τους το κομμάτι του Monk στην στρατόσφαιρα.

Το soundtrack της ταινίας Ascenseur pour l’Échafaud του με τον Miles να επιστρέφει στο Παρίσι το 1957 για να βάλει το ανεξίτηλο σημάδι του στην μουσική μια ταινίας Noir. To Générique μιλάει και λέει τα πάντα για την ταινία σε λιγότερο από τρία λεπτά. Η επιτομή της μουσικής Noir.

Miles Ahead του 1957: Εάν η συνεργασία του Davis με τον Gil Evans έδωσε τους πρώτους καρπούς στο Birth of Cool, σ’ αυτόν εδώ τον δίσκο η Columbia βάζει τον Evans να συνεργαστεί με τον Miles Davis. Ιδέες ανταλλάσσονται και δοκιμάζονται μεταξύ τους πριν μπουν στο στούντιο για ηχογράφηση. Το αποτέλεσμα: αριστούργημα. Αρκεί ν’ ακούσετε τα “Blues for Pablo” και ιδίως το ομώνυμο “Miles Ahead”.

Στο Miles Smiles  του 1967 o Miles Davis μας συστήνει το δεύτερο κουϊντέτο του στο οποίο είναι ο Wayne Shorter στο  τενόρο σαξόφωνο,  ο Herbie Hancock στο πιάνο ο Ron Carter στο μπάσο και ο Tony Williams στα ντραμς και φυσικά ο ίδιος ο Miles Davis στην τρομπέτα. Μια αριστουργηματική μουσική εξερεύνηση των νέων ορίων στα οποία οδηγούν την τζαζ.

Το επόμενο ορόσημο έχει τίτλο ‘Bitches Brew’ και κυκλοφορεί το 1970. Το πεδίο έχει αλλάξει εδώ έχουμε να κάνουμε με την συνάντηση Τζαζ και Ροκ που όμως είναι πολύ περισσότερο Τζαζ και έχει και κάτι από ροκ σε μία σύνθεση που ενεργοποιεί τα εγκεφαλικά κύτταρα και σε προτρέπει να συμμετέχεις. Στην ηχογράφηση υπάρχει ο ίδιος ο Miles Davis στην τρομπέτα, ο Wayne Shorter στο σοπράνο σαξόφωνο ο Bennie Maupin στο μπάσο κλαρινέτο έχουμε δύο ηλεκτρικά πιάνα ένα αριστερά με τον Joe Zawinul  και ένα δεξιά με τον Chick Corea, ενώ υπάρχει και τρίτο ηλεκτρικό πιάνο με τον Larry Young, ο John McLaughlin παίζει ηλεκτρική κιθάρα, ο Dave Holland στο διπλό μπάσο και μπάσο κιθάρα, στο μπάσο κιθάρα είναι και ο Harvey Brooks ενώ ο Lenny White είναι στα ντραμς, ο Jack DeJohnette επίσης στα ντραμς στο δεξί κανάλι και ο Don Alias είναι στα ντραμς και congas στο αριστερό κανάλι, ο Jim Riley που το κανονικό του όνομα είναι Juma Santos παίζει  shaker, congas, percussion στο “Miles Runs the Voodoo Down”, ο Billy Cobham παίζει ντραμς στο “Feio” και ο Airto Moreira επίσης παίζει στο “Feio” percussion και cuica.

Φυσικά ο Miles δεν εξαντλείται σ’ αυτά τα άλμπουμ, υπάρχουν τα επίσης αριστουργηματικά Porgy & Bess, Sketches of Spain, Someday My Prince Will Come, τα εκπληκτικά Live at the Blackhawk, τα Nefertiti, In A Silent way και πολλά άλμπουμ μετά το Bitches Brew που ο Miles συνεχίζει την αναζήτηση νέων συνόρων για να τα προσπεράσει και να ανοίξει καινούργιους δρόμους.

O Miles Davis έφυγε στα 65του στην Santa Monica της California στις 28 Σεπτεμβρίου 1991.