Η αριστουργηματική ταινία του Francis Ford Coppola έκανε επίσημη πρεμιέρα στις 15 Μαρτίου 1972 στην Νέα Υόρκη. Θεωρείται μια απ’ τις κορυφαίες αν όχι η κορυφαία ταινία όλων των εποχών.

Διαβάστε το έξαιρετικό κείμενο για την ταινία, απ’ το ακυκλοφόρητο βιβλίο της Εύης Δημητρίου  «Η Ιστορία των Oscar”

Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ είχε χαρακτηρίσει το Νονό ως «τη μεγαλύτερη ταινία που έχει γίνει ποτέ» και όταν κάτι τέτοιο ακούγεται από τον Κιούμπρικ έχει τη δική του αξία.

Το μυθιστόρημα του Μάριο Πούζο κυκλοφόρησε το 1969 και έγινε αμέσως τεράστια επιτυχία. Η Paramount έσπευσε να αγοράσει τα δικαιώματα κατά άλλους πριν ακόμα κυκλοφορήσει και κατά άλλους μόλις έγινε επιτυχία. Μικρή σημασία έχει, το σημαντικό είναι πως αποφάσισε να το μεταφέρει στον κινηματογράφο αν και δεν θεωρούσε πως θα ήταν μια ταινία “Οσκαρική”. Απεναντίας πίστευε πως ταινίες με θέμα την μαφία – ‘γκανγκστερικές’ που τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν τυποποιηθεί σε σκηνές με φόνους και μονοδιάστατους χαρακτήρες – δεν θα μπορούσαν να έχουν μεγάλες βλέψεις. Έτσι αποφάσισε να προχωρήσει σε μια b-movie παραγωγή, με χαμηλό προϋπολογισμό και επειδή θα είχε χαμηλό προϋπολογισμό θα έπρεπε να μεταφερθεί στη σύγχρονη εποχή. Μάλιστα ο Διευθυντής παραγωγής της Paramount Ρόμπερτ Έβανς προσέλαβε τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο παραγωγό της τηλεόρασης Άλφρεντ Σκοτ Ρούντι για την παραγωγή του Νονού, επειδή κυρίως είχε τη φήμη πως τέλειωνε τις ταινίες του κάτω από τον προϋπολογισμό.

 

Το στούντιο προσπάθησε να πείσει πολλούς σημαντικούς σκηνοθέτες να την αναλάβουν, πρώτα τον Σέρτζιο Λεόνε που αρνήθηκε για να κάνει το δικό του Κάποτε στην Αμερική, μετά τον Μπίλι Γουάιλντερ, τον Ότο Πρέμινγκερ, τον Πίτερ Γέιτς, τον Άρθουρ Πεν, τον Κώστα Γαβρά και κάθε μεγάλο όνομα στο Χόλυγουντ, όλοι όμως αρνήθηκαν ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Τέλος, η πρόταση έφτασε στον Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον οποίο ήθελε ο Ρούντι ακριβώς επειδή ήταν Ιταλικής καταγωγής και πίστευε πως μόνο ένας Ιταλός θα μπορούσε να αποδώσει τη Μαφία με σωστό τρόπο, αλλά και γιατί ήταν ένας φθηνός σκηνοθέτης.

Ο Κόπολα στα 30 του είχε ήδη τη δική του εταιρία παραγωγής, την Zoetrope, όμως ήταν καταχρεωμένος στην Warner Bros έχοντας χρηματοδοτήσει την εμπορική αποτυχία του φίλου και συνεταίρου του Τζορτζ Λούκας, το THX 1138 την προηγούμενη χρονιά. Ο Κόπολα είχε αντιρρήσεις να σκηνοθετήσει την ταινία καθώς είχε βρει το μυθιστόρημα μεγάλο, με πολύ βία και σεξ, όμως ο Λούκας τελικά τον έπεισε να την αναλάβει ώστε να μπορέσει να ξεχρεώσει την Warner. Τελικά συμφώνησε και έπεισε την Paramount να αυξήσει τον προϋπολογισμό της από τα 2,5 εκ. που ήταν αρχικά σε 6 εκ., επιμένοντας πως έπρεπε να γυριστεί στον χρόνο που διαδραματίζεται η ιστορία στο μυθιστόρημα, δηλαδή αμέσως μετά τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο, παρουσιάζοντας στον Ρούντι το όραμά του για τον Νονό σαν μια ταινία με θέμα τη δύναμη και την εξουσία ο οποίος πείστηκε και με τη σειρά του έπεισε και το αφεντικό του τον Έβανς. Επόμενος – και τιτάνιος – αγώνας ήταν το κάστινγκ.

Στην Paramount είχαν σκεφτεί δεκάδες ονόματα για τον ρόλο του Βίτο Κορλεόνε, από τον Έντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον, τον Τζορτζ Σ. Σκοτ, τον Βιτόριο Ντε Σίκα, τον Ζαν Γκαμπέν, μέχρι τον Όρσον Γουέλς, ο οποίος ήθελε τόσο πολύ τον ρόλο που υποσχέθηκε να χάσει κάμποσα κιλά. Αργότερα μάλιστα δήλωσε πως θα πουλούσε την ψυχή του στο διάβολο για να παίξει τον Βίτο Κορλεόνε. Ο Κόπολα όμως ήθελε είτε τον Λόρενς Ολίβιε είτε τον Μάρλον Μπράντο πιστεύοντας πως αυτοί ήταν οι δυο μεγαλύτεροι εν ζωή ηθοποιοί. Ο Ολίβιε δεν έκανε πολλές ταινίες πλέον έχοντας και προβλήματα υγείας, ενώ το στούντιο δεν ήθελε ούτε καν να ακούσει το όνομα του Μπράντο όχι μόνο γιατί είχε τη φήμη δύσκολου ηθοποιού, αλλά και γιατί εκείνη την εποχή είχε χαρακτηριστεί “box-office poison” καθώς είχε κάνει επανειλημμένες αποτυχίες τα προηγούμενα χρόνια, ειδικά με το Κουεμάντα (Burn!, 1969) του Τζίλο Ποντεκόρβο. Ο Κόπολα ωστόσο ήταν αμετάπειστος. Τέλος το στούντιο για να πιέσει μια άρνηση του Μπράντο έθεσε τρεις όρους που ήξερε πως ο ηθοποιός θα αρνιόταν, πρώτον να μην πάρει προκαταβολή, δεύτερον να καταθέσει εγγυητική για όποιες καθυστερήσεις προξενήσει στα γυρίσματα και τρίτο και σημαντικότερο πως έπρεπε να κάνει screen test. Ο Κόπολα δεν πτοήθηκε. Πήγε στο Λος Άντζελες στο σπίτι του Μπράντο με μια κάμερα χειρός. Βρήκε τον ηθοποιό με μακριά ξανθά μαλλιά φορώντας ένα κιμονό και του είπε πως θα ήθελε να δοκιμάσει τον εξοπλισμό του. Ο Μπράντο τότε έπιασε τα μαλλιά του πίσω, τα σκούρανε με μπογιά παπουτσιών, έβαλε και ένα πουκάμισο και μεταμορφώθηκε αμέσως. Για να μοιάζει λίγο με μπουλντόγκ παραγέμισε τα μάγουλά του με χαρτομάντηλα και ξεκίνησε να παίζει στην αρχή χωρίς να μιλάει και στη συνέχεια με τη γνωστή βραχνή φωνή γιατί κατά την άποψή του ο Νονός είχε πυροβοληθεί στο λαιμό σε νεότερη ηλικία. Ήταν άριστος. Ο Κόπολα πήγε το δοκιμαστικό κατ΄ευθείαν στον Τσαρλς Μπλούχντορν ιδιοκτήτη της Gulf+Western, μητρικής της Paramount, ο οποίος δεν αναγνώρισε τον Μπράντο, αλλά συμφώνησε πως ήταν ο ιδανικός Ντον Κορλεόνε. Αν και έκπληκτος όταν έμαθε ποιός ηθοποιός είναι έδωσε το οκ. Το περιοδικό Variety ήταν αρκούντος ειρωνικό την επομένη: “Κανένα αστέρι στο καστ του Νονού – Μόνο κάποιος που τον λένε Μπράντο” .

Επόμενος σημαντικός ρόλος ήταν του Μάικλ Κορλεόνε. Εδώ το στούντιο ήθελε ένα μεγάλο όνομα. Προσφέρθηκε ο ρόλος στον Τζακ Νίκολσον, τον Γουόρεν Μπίτι, τον Ντάστιν Χόφμαν και πολλούς άλλους, ενώ στους τελικούς υποψηφίους ήταν ο Ράιαν Ο΄Νιλ και ο Ρόμπερτ Ρέντφροντ, ξανθοί και γαλανομάτηδες που ελάχιστα θύμιζαν Σικελούς. O Κόπολα επέλεξε στον Αλ Πατσίνο, έναν γνήσιο Ιταλο-Αμερικάνο από το Μπρονξ. Το στούντιο διαφωνούσε. Ήταν άγνωστος και κυρίως ήταν πολύ κοντός για να ερμηνεύσει έναν τόσο σημαντικό ρόλο. Ο Κόπολα επέμενε. Όμως εκτός των άλλων ο Πατσίνο είχε συμβόλαιο με την MGM για να παίξει στην ταινία Η Συμμορία των Ψυχρών Δολοφόνων (The Gang That Couldn’t Shoot Straight, 1971). Επειδή όμως το στούντιο τελικά πείστηκε αφού είδε την ερμηνεία του Πατσίνο στο Πανικός στο Νηντλ Παρκ (The Panic In Needle Park, 1971), o Έβανς κατέφυγε στο δικηγόρο Στάνλεϊ Κόρσακ, που φημολογούταν πως είχε σχέσεις με τη Μαφία για να βοηθήσει. Αυτός τηλεφώνησε στον τότε ιδιοκτήτη της MGM Κερκ Κερκοριάν και τον έπεισε να απελευθερώσει τον Πατσίνο, απλά ρωτώντας τον “αν τον ενδιέφερε να τελειώσει το καζίνο του” το MGM Grand που έχτιζε στο Λας Βέγκας. Ο Πατσίνο ελευθερώθηκε πάραυτα και τη θέση του πήρε ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, υποψήφιος για τον ρόλο του Πόλι (του οδηγού που προδίδει τον Βίτο Κορλεόνε), με την υπόσχεση του Κόπολα πως θα τον χρησιμοποιούσε σε επόμενη ταινία του. Ο Ντε Νίρο έπαιξε στον Νονό ΙΙ τον ρόλο του νεαρού Βίτο Κορλεόνε, ρόλος που του έφερε το πρώτο του Όσκαρ.

«Η παραγωγή ήταν ένας εφιάλτης, κανείς δεν ευχαριστήθηκε ούτε μια στιγμή» – Φ.Φ. Κόπολα

Τα νέα για τα γυρίσματα του Νονού στη Νέα Υόρκη είχαν κυκλοφορήσει και αν ήταν μια ομάδα που δεν χάρηκε αυτή ήταν η ίδια η Μαφία. Ο πρόσφατα ιδρυμένος Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα των Ιταλο-Αμερικανών (Italian-American Civil Rights League), έκανε πορείες διαμαρτυρίας όπου είχε μαζευτεί 250.000 κόσμος, έστειλε επιστολές στο Κογκρέσο, ενώ ο Πρόεδρός της Τζο Κολόμπο, ένα από τα αφεντικά της Μαφίας της Νέας Υόρκης, ορκίστηκε πως ο Νονός δεν θα γυριζόταν ποτέ.

Όταν η παραγωγή μεταφέρθηκε από το Λος Άντζελες στη Νέα Υόρκη εγκαταστάθηκε στα κτίρια της Gulf+Western και ξεκίνησαν έρευνα τοποθεσιών για τα γυρίσματα. Βρήκαν πολλά κτίρια στην Μικρή Ιταλία, όμως ήταν μια περιοχή που ελεγχόταν απόλυτα από τη Μαφία. Έτσι άρχιζαν να εμφανίζονται στα τζάμια των καταστημάτων της περιοχής αυτοκόλλητα που καταδίκαζαν τον Νονό και την παραγωγή και φυσικά δεν δεχόταν κανείς να επιτρέψει γυρίσματα στο ακίνητό του. Επιπλέον η Μαφία απειλούσε πως θα στραγγάλιζε την ταινία με απεργίες διάφορων σωματείων (μεταφορικών μέσων, τροφοδοσίας κλπ). Ένα βράδυ που ο Έβανς έφτασε με την οικογένειά του, τη γυναίκα του ηθοποιό Άλι ΜακΓκρό και το νεογέννητο γιό τους στη Νέα Υόρκη, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα στο ξενοδοχείο του: “Δεν θέλουμε να σου χαλάσουμε το πρόσωπο…ούτε να βλάψουμε το νεογέννητό σου. Σταμάτα τα γυρίσματα για την οικογένεια εδώ, το’ πιασες?”. Ο Έβανς υπέδειξε πολύ ιπποτικά πως παραγωγός δεν είναι ο ίδιος αλλά ο Ρούντι για να λάβει σαν απάντηση: “Σκοτώνεις ένα φίδι κόβοντάς του το κεφάλι”, ενώ αρκετές απειλές για βόμβες έφτασαν στα γραφεία της εταιρίας. Τέλος ο Ρούντι, βλέποντας πως η καταστροφή ήταν κοντά, με προτροπή από το αφεντικό του, τον Έβανς, συμφώνησε να συναντηθεί με τον Τζο Κολόμπο. Απαίτησή τους ήταν να μην αναφέρεται η λέξη «Μαφία» ή «Κόζα Νόστρα» στην ταινία. Ευτυχώς για τον Ρούντι οι αντιπρόσωποι του Συνδέσμου δεν ήταν καλά διαβασμένοι. Η λέξη «Μαφία» υπήρχε μια φορά μόνο στο σενάριο και ο Ρούντι υποσχέθηκε να συμμορφωθεί. Ήταν πανευτυχής, όσο πανευτυχείς ήταν και οι συνομιλητές του που κατάφεραν και πίεσαν το Χόλυγουντ και αυτό μάλιστα υπέκυψε.

Αφού ο Ρούντι και ο Κολόμπο συμφώνησαν, η παραγωγή ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Όμως ο Κολόμπο δεν ήταν τόσο αφελής όσο άφησε να φανεί την πρώτη φορά. Έστησε μια συνέντευξη τύπου για τον Ρούντι όπου προσκάλεσε όλα τα μεγάλα δίκτυα, τα οποία είχε ενημερώσει για τη συμφωνία, συμφωνία την οποία φυσικά ο Ρούντι δεν διαφήμιζε. Την επομένη όλες οι εφημερίδες από ακτή σε ακτή είχαν για πρώτη είδηση πως η παραγωγή του Νονού προχώρησε σε συμφωνία με την μαφία. Ο Τσαρλς Μπλούχντορν διαβάζοντας το άρθρο των New York Times σε έξαλλη κατάσταση απέλυσε τον Ρούντι καθώς αυτή η δημοσιότητα είχε ήδη αρνητικές συνέπειες στη μετοχή της εταιρίας που έπεσε δυόμιση μονάδες. Χρειάστηκε να επέμβει ο Κόπολα για να του εξηγήσει πως χωρίς τον Ρούντι, που τώρα τον εμπιστευόταν ο Σύνδεσμος, ταινία δεν μπορούσε να γυριστεί. Με βαριά καρδιά ο Μπλούχντορν επανάφερε τον Ρούντι και τα γυρίσματα επιτέλους ξεκίνησαν. Φυσικά στη Μικρή Ιταλία.

Ένα από τα πρώτα γυρίσματα του Μπράντο ήταν η απόπειρα δολοφονίας του Βίτο Κορλεόνε. Η περιοχή ήταν κατάμεστη από κόσμο που ερχόταν να δει τον μεγαλύτερο ηθοποιό της γενιάς του. Ήταν γεμάτη επίσης από δημοσιογράφους και ρεπόρτερς από όλα τα μεγάλα ΜΜΕ που όλο το παρασκήνιο είχε γίνει μόνιμο θέμα στις σελίδες τους. Ήταν γεμάτη όμως και από πράκτορες του FBI που παρακολουθούσαν τους μαφιόζους που είχαν πάει με τη σειρά τους για να ελέγξουν την αληθοφάνεια των σκηνών. Και από το καφέ Ferrara απέναντι από τη σκηνή της ενέδρας παρακολουθούσε τα γυρίσματα ο σημαντικότερος από όλους: Ο Κάρλο Γκαμπίνο, ο “capo di tutti capi”, ο ισχυρότερος αρχηγός της Μαφίας τη δεκαετία του ’70. Ο Γκαμπίνο ενθουσιάστηκε με την ερμηνεία του Μπράντο. Από τότε προσφέρθηκε στην παραγωγή κάθε δυνατή βοήθεια που χρειάστηκε.

Κατά πολλούς όμως ο Ρούντι στη συνάντησή του με τον Κολόμπο δεν υποσχέθηκε μόνο να αφαιρέσει τη λέξη Μαφία, αλλά πως επιπλέον θα προσλάμβανε και μέλη του Συνδέσμου ως κομπάρσους και συμβούλους, αν και ο Κόπολα σε μια συνέντευξή του το 2009 δήλωσε πως δεν συμμετείχαν μέλη του οργανωμένου εγκλήματος στην ταινία, τουλάχιστον εν γνώσει του. Όμως ο Τζιάνι Ρούσο που κρατάει τον ρόλο του Κάρλο, του συζύγου της Κόνι Κορλεόνε, έχει παραδεχτεί ο ίδιος τις σχέσεις του με την Μαφία, ο Αλ Μαρτίνο που έχει τον ρόλο του τραγουδιστή Τζόνι Φοντέιν προσελήφθη κατόπιν πιέσεων του νονού του, Ντον Ράσελ Μπουφαλίνο, ενώ και ο Λένι Μοντάνα, ο Λούκα Μπράσι της ταινίας, ήταν εκτελεστής και σωματοφύλακας της Μαφίας, που αποφάσισε να αλλάξει καριέρα. Μάλιστα στη διάρκεια των γυρισμάτων όταν ρωτήθηκε από τον Κόπολα αν ήξερε πώς να γυρίζει τον κύλινδρο ενός ρεβόλβερ του απάντησε: «Αστειεύεσαι, έτσι?». Ο Αλ Λετιέρι στο ρόλο του “Τούρκου” Βίρτζιλ Σολότσο ήταν γαμπρός του Πασκουάλε Έμπολι, ανώτερο μέλος της οικογένειας Genovese στο Νιού Τζέρσι και εμφανίστηκε στην ταινία μόνον εφόσον πήρε την άδεια της οικογένειας. Ακόμα και ο φωτογράφος που φωτογραφίζει το σπίτι του Ντον στο γάμο της κόρης του, αυτός που του επιτίθεται ο Σόνι (Τζέιμς Καν), ήταν ο επίσημος φωτογράφος του Συνδέσμου.

Πάντως τα προβλήματα δεν έλεγαν να τελειώσουν. Λίγο πριν την ολοκλήρωση των γυρισμάτων ο Τζο Κολόμπο έκανε μια μεγάλη συγκέντρωση για την υποψηφιότητά του για δεύτερη φορά στον Σύνδεσμο. Επίσημος προσκεκλημένος ήταν ο Αλ Ρούντι. Την προηγούμενη όμως ο Ρούντι έλαβε ένα τηλεφώνημα να μην πάει για κανένα λόγο στη συγκέντρωση του Κολόμπο, ούτε καν να πλησιάσει την περιοχή. Την επομένη, την ώρα που ο Κολόμπο έφτανε στη συγκέντρωση πυροβολήθηκε τρεις φορές από κοντά, την ίδια ώρα που λίγο πιο μακριά γυριζόταν μια από τις τελευταίες σκηνές του Νονού: Η δολοφονία ενός από τους αρχηγούς των οικογενειών κατά διαταγή του Μάικλ Κορλεόνε. Η δολοφονία του Κολόμπο ήταν αποτέλεσμα της σχέσης του με την παραγωγή της ταινίας καθώς οι υπόλοιπες οικογένειες θεωρούσαν πως ο Κολόμπο έσπασε τον όρκο σιωπής (omerta) και επιπλέον η αυξανόμενη δύναμή του μέσω του Συνδέσμου αποτελούσε απειλή για αυτές. Μέσα σε ένα χρόνο από τον τραυματισμό του, που τον άφησε σε κώμα για επτά χρόνια πριν πεθάνει, διαλύθηκε και ο Σύνδεσμος, ενώ ακολούθησε πόλεμος οικογενειών στη Νέα Υόρκη.

Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε με κάθε επισημότητα στη Νέα Υόρκη τον Μάρτιο του 1972, παρουσία όλων των σημαντικών προσώπων, ηθοποιών και μη, εκτός φυσικά των αρχηγών των οικογενειών. Διαμαρτυρήθηκαν όμως στον Ρούντι γιατί τους πρόσβαλε κατ΄αυτόν τον τρόπο: «Όταν το Χόλυγουντ γυρίζει μια ταινία για τον στρατό καλεί τους στρατηγούς στην πρεμιέρα» του είπε στο τηλέφωνο ένας από τους αρχηγούς των οικογενειών. Η παραγωγή συμμορφώθηκε και οργάνωσε μια ειδική προβολή για τα στελέχη της Μαφίας μόνο. Ενθουσιάστηκαν. Θεώρησαν πως ο Νονός είναι η απόλυτη επιβράβευση του τρόπου ζωής τους. Άρχισαν να κάνουν πράγματα που μέχρι τότε δεν έκαναν, όπως να φιλούν το δακτυλίδι και να αποκαλούν τον αρχηγό τους «Νονό». Ο Κόπολα στενοχωρήθηκε πολύ. Στόχος του ήταν να κάνει μια ταινία-αλληγορία για τον καπιταλισμό στην Αμερική, όχι να ωραιοποιήσει το οργανωμένο έγκλημα.

Πέρα όμως από τα προβλήματα με την Μαφία, η παραγωγή είχε και τα δικά της εσωτερικά προβλήματα. Τα γυρίσματα στη Νέα Υόρκη ξεκίνησαν στις 29 Μαρτίου του 1971 και ολοκληρώθηκαν στις 2 Ιουλίου, ενώ με άλλες δύο εβδομάδες γυρισμάτων στη Σικελία ο συνολικός χρόνος γυρισμάτων ήταν 77 ημέρες, 6 λιγότερες από τις προγραμματισμένες. Ωστόσο στις αρχές, όταν τα στελέχη του στούντιο είδαν τα πρώτα γυρίσματα δεν ήταν ενθουσιασμένοι. Κατ΄αρχήν δυσαρεστήθηκαν από τον φωτισμό της ταινίας. Όντως ο φωτογράφος Γκόρντον Γουίλις – που δικαίως κέρδισε τον τίτλο “Prince of Darkness”- είχε συμφωνήσει με τον Κόπολα να χρησιμοποιήσει χαμηλό φωτισμό και σκιές για να αποδώσει με αυτό το ζοφερό ύφος τα σκοτεινά έργα της οικογένειας, ενώ φωτογράφισε το σύνολο της ταινίας από το ύψος του ματιού του ανθρώπου για περισσότερο ρεαλισμό. Πράγματι, δεν υπάρχουν ούτε αμβλείες γωνίες, ούτε πανοραμικά πλάνα εκτός από μια-δυό περιπτώσεις. Ο Κόπολα εξήγησε γιατί ο φωτισμός ήταν άριστος και τελικά έπεισε το στούντιο. Στη συνέχεια όμως δεν ήταν ευχαριστημένοι από τον αργό ρυθμό της ταινίας, που δεν είχε σκηνές βίας και φοβόντουσαν πως ο Κόπολα μπορεί να έκανε – Θεός φυλάξει – μια “art movie”. Τότε ο σκηνοθέτης πρόσθεσε τη σκηνή του καυγά ανάμεσα στην Κόνι και τον σύζυγό της, έτσι τα πνεύματα κατευνάστηκαν. Ήταν δυσαρεστημένοι και από την ερμηνεία του Μπράντο, μουρμούριζε με τρόπο που δεν καταλάβαιναν τί έλεγε. Για άλλη μια φορά ο Κόπολα συμμορφώθηκε και ξαναγύρισε τη σκηνή, αυτή το φορά με τον Μπράντο να μιλά καθαρά. Τα στελέχη έμειναν πολύ ευχαριστημένα, μάλιστα προσκάλεσαν τον Κόπολα σε δείπνο (φυσικά η σκηνή στην τελική κόπια είναι αυτή που αρχικά είχε γυριστεί)..

Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα τα αφεντικά στην Καλιφόρνια να μην αισθάνονται ασφαλείς με τον Κόπολα και κάποια στιγμή μετά από κάμποσες ημέρες γυρισμάτων σκέφτηκαν να τον αντικαταστήσουν με τον Ελία Καζάν. Αυτό που δεν ήξεραν όμως ήταν πως ο Μπράντο αντιπαθούσε βαθιά τον Καζάν, επειδή ο τελευταίος είχε καταθέσει στην Επιτροπή Αντι-Αμερικανικών Ενεργειών. Όταν απείλησε πως αν φύγει ο Κόπολα και έρθει ο Καζάν θα φύγει και ο ίδιος από την ταινία, η Paramount υποχώρησε και ο Κόπολα έμεινε. Το ότι συνέπεσε εκείνες τις ημέρες και ο Κόπολα κέρδισε το Όσκαρ σεναρίου για το Πάτον, σίγουρα δεν έβλαψε.

Όταν τέλειωσαν τα γυρίσματα και το μοντάζ, το στούντιο διεμήνυσε με αυστηρό τρόπο στον Κόπολα να περικόψει αρκετά την ταινία, ο οποίος την μίκρυνε στα 135 λεπτά. Ο Έβανς τότε τον κατσάδιασε: “Γύρισες ένα έπος για να παραδώσεις ένα trailer?” Ο Κόπολα πήρε πίσω την κόπια και παρέδωσε την γνωστή ταινία των σχεδόν τριών ωρών. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Ο Νονός έγινε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες, γνώρισε δύο συνέχειες, ανάστησε την καριέρα του Μάρλον Μπράντο, εκτίναξε τις καριέρες του Αλ Πατσίνο, του Ρόμπερτ Ντε Νίρο κα του Ρόμπερτ Ντιβάλ και έκανε τον Κόπολα έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς και σκηνοθέτες του Χόλυγουντ.-

Την μουσική για την ταινία έγραψε ο ξεχωριστός Nino Rota που ήταν ήδη υπεύθυνος για μεγάλες μουσικές σε ταινίες όπως τα  La strada, Otto e Mezzo, Amarcord, Romeo e Giulietta, Il Gattopardo, La Dolce Vita, Film d’Amore e d’Anarchia,  Guerra E Pace και σε πολλές πολλές ακόμη.

Η μουσική του ‘Godfather’ είναι 5η στην λίστα με τις καλύτερες μουσικές για ταινία του American Film Institute.

Ακούστε μερικά κομμάτια απ’ την υπέροχη μουσική του Nino Rota για τον «Νονό»