Στις 15 Ιουνίου 1994 «έφυγε» απ’ την ζωή ο Μάνος Χατζιδάκις ένας απ’ τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες και δημιουργούς.

Γεννήθηκε στην Ξάνθη στις 23 Οκτωβρίου 1925. Σε ηλικία μόλις 4 ετών άρχισε να μαθαίνει πιάνο, όπως επίσης βιολί και ακορντεόν.

Το 1932 μετακόμισε στην Αθήνα. Το 1938 ο πατέρας του σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα και ακολούθησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Χατζιδάκις έκανε πολλές δουλειές προκειμένου να επιβιώσει όπως μεταφορέας στο λιμάνι, παγοπώλης στο εργοστάσιο του ΦΙΞ, υπάλληλος σε φωτογραφείο και βοηθός νοσοκόμου στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο.

Την περίοδο 1940-1943 επέκτεινε τις μουσικές του γνώσεις σπουδάζοντας ανώτερη μουσική θεωρεία με τον Μενέλαο Παλλάντιο ενώ παράλληλα φοιτούσε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι η περίοδος κατά την οποία συναντά και συνδέεται με τους Νίκο Γκάτσο, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Άγγελο Σικελιανό και τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη. Συμμετέχει στην ΕΠΟΝ όπου συναντά τον Μίκη Θεοδωράκη με τον οποίο συνδέεται με δυνατή φιλία.

Το πρώτο του έργο είναι η μουσική στο “Χάρτινο το Φεγγαράκι” απ’ το θεατρικό του Τενεσσή Γουίλλιαμς “Λεωφορείο ο Πόθος”  για την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κούν.

Ο Χατζιδάκις ασχολείται με την Ελληνική μουσική σ’ όλα τα επίπεδα και το 1948 σοκάρει την ελληνική κοινωνία με το έργο του για τα ρεμπέτικα που θεωρούνταν απαγορευμένα. Το 1949 ιδρύει μαζί με την χορογράφο Ραλλού Μάνου   το Ελληνικό Χορόδραμα.

Το 1960 παίρνει το πρώτο βραβείο στο Β’ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. για το “Κυπαρισσάκι” και την “Τιμωρία” με την Νάνα Μούσχουρη, απέσπασε το βραβείο για τη μουσική του στο “Ποτάμι” του Νίκου Κούνδουρου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, έγραψε τα “Τα Παιδιά του Πειραιά” για το “Ποτέ την Κυριακή” του Ζυλ Ντασέν, με το οποίο θα κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη και έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ηχογράφηση του κύκλου τραγουδιών “Reflections” σε συνεργασία με το συγκρότημα “New York Rock and Roll Ensemble“, ενώ ηχογραφεί και “Το Χαμόγελο της Τζοκόντας” με παραγωγή του Quincy Jones.

Ο Χατζηδάκις επέστρεψε στην Ελλάδα το 1972 και ηχογράφησε τον “Μεγάλο Ερωτικό” με τους Φλέρυ Νταντωνάκη και Δημήτρη Ψαριανό.

Απ’ την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας και μετά ο Χατζηδάκις  παίρνει διάφορες θέσεις, όπως διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, διευθυντής της Εθνικής Ραδιοφωνίας.  Το 1985 ιδρύει την δισκογραφική εταιρεία Σείριος ενώ το 1989 ιδρύει και διευθύνει την Ορχήστρα των Χρωμάτων.

Από τη μεταπολίτευση και μέχρι το τέλος της ζωής του ο Μάνος Χατζιδάκις παρεμβαίνει συστηματικά και με έντονο τρόπο στο δημόσιο βίο. Αρχικά με το «Τρίτο Πρόγραμμα» κι αργότερα με το περιοδικό Το Τέταρτο επιχειρεί συνειδητά και μεθοδικά να αντιδράσει σε κατεστημένες αντιλήψεις. Αλλά και με πλήθος συνεντεύξεων, άρθρων και δηλώσεων πάλεψε ενάντια σε αυτά που ο ίδιος θεωρούσε ως μεθοδεύσεις, λαϊκισμό, συντηρητισμό και αμετροέπεια της εξουσίας.